Λίγοι υπηρετούν την Αλήθεια γιατί λίγοι έχουν τη θέληση και λιγότεροι τη δύναμη για να είναι δίκαιοι

-"Μητρός τε και πατρὸς και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η Πατρὶς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρα θεοίς και παρ᾿ ανθρώποις τοις νουν έχουσι." -
-"Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται"
- "Άλ, εσύ που είσαι το Φως, έλα στη Γή!
Κι εσύ Έλ ρίξε τις ακτίνες σου στην ιλύ που ψήνεται
(που βρίσκεται σε κατάσταση αναβρασμού).
Ας γίνει ένα καταστάλαγμα (μια ξηρά)
για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν
και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη.
Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν,
και κινδυνέψει να ταφεί (να σβήσει, να χαθεί)
το καταστάλαγμα του πυρός μέσα στην αναβράζουσα ιλύ,
και ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο,
το σημαντικότερο όλων!"

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Περί ολογραφικού, ενδιάμεσου και εσωτερικού χώρου.




“Στην ουσία, δεν υπάρχει χρόνος, αλλά μονάχα μια σειρά από ολογραφικές φέτες, κλάσματα του κόσμου, μέσα στα οποία έχει αποκωδικοποιηθεί η κάθε μας στιγμή. Κάθε τέτοια ολογραφική φέτα, αποτελείται μονάχα από χώρο, μέσα στον οποίο υπάρχει η πληροφορία της συγκεκριμένης θέσης του κόσμου. Έτσι η κίνηση η οποία γίνεται σε μας αισθητή, είναι φαινομενική και αποτελεί την εναλλαγή -της μιας μετά της άλλης- από αυτές τις χωρικές ολογραφικές φέτες του κόσμου, στις οποίες αυτός -μαζί με οτιδήποτε υπάρχει μέσα του- εμφανίζεται σε διαφορετική θέση κάθε φορά από ότι ήταν προηγουμένως.”

Πάντα εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την ψυχή. Ένα όμως από τα πλέον σημαντικά, θεωρώ ότι είναι η πορεία της μετά την ολοκλήρωση της βιολογική ζωής του σώματος στον αισθητό κόσμο. Για παράδειγμα, αρκετοί από μας θεωρούν ότι η ψυχή, απελευθερωμένη από το σώμα μετά την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής, ακολουθήσει μια νοητή εξωτερική πορεία προς τον ουρανό. Μια κατεύθυνση δηλαδή παρόμοια με την αστρική προβολή. Όμως η κατεύθυνση αυτή, όχι μόνο δεν την ελευθερώνει, αλλά αντίθετα την κρατά δεσμευμένη στον ενδιάμεσο χώρο, αναγκάζοντάς την να επανέλθει σε μια ακόμη ενσάρκωση.

Έτσι, η πραγματική απελευθέρωση της ψυχής φαίνεται να ακολουθεί μια εσωτερική πορεία, προς το ίδιο το κέντρο του Εαυτού μας από όπου εξέρχεται του αισθητού κόσμου και επιστρέφει στην πηγή της. Πώς όμως συμβαίνει η έλξη αυτή της ψυχής από το σώμα προς τα έξω, ποιος είναι στην πραγματικότητα ο εξωτερικός κόσμος, ποιος ο ενδιάμεσος χώρος και ποια η εσωτερική διαδρομή προς την πηγή της; Οποιοδήποτε γεγονός δεν έχει συμβεί ακόμη αλλά επίκειται να συμβεί, ανήκει στο μέλλον. Ενώ εκείνο το οποίο δημιουργείται τώρα, σε λίγο θα βρίσκεται στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια της υλοποίησης, η ζωή διέρχεται και συμβαίνει στο παρόν, με κατεύθυνση από το μέλλον προς το παρελθόν. Ενώ δηλαδή κάθε υλική μορφή δημιουργείται και υπάρχει ως τέτοια μονάχα στο στιγμιαίο παρόν ‘τώρα’, όλα έχουν προϋπάρξει στο μέλλον από το οποίο εκπορεύονται. Από εκεί, περνούν και υλοποιούνται ως σώματα, κόσμος και οποιαδήποτε μορφή στο παρόν, από το οποίο απομακρύνονται αμέσως μετά και εισέρχονται στο παρελθόν.

Αν προσπαθούσαμε λοιπόν να δώσουμε στο παρόν και το σώμα μας ένα σχηματικό συμβολισμό της επιλογής μας, ώστε να κατανοήσουμε αυτή τη ροή του χρόνου της ζωής μας, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε το σχήμα ενός διαφανούς θαλάμου. Ένα -γυάλινο ας πούμε- διαφανή χώρο σαν παλιό τηλεφωνικό θάλαμο, αλλά διαμπερή, με δυο ανοίγματα το ένα απέναντι από το άλλο, έτσι ώστε αν σταθείς εμπρός από αυτόν και τον κοιτάζεις έτοιμος να εισέλθεις μέσα του στο πρώτο άνοιγμα, αυτό που θα υπάρχει πίσω σου θα ανήκει στο μέλλον σου, αυτό που υπάρχει μέσα στο θάλαμο το παρόν σου και οτιδήποτε έχει περάσει μέσα από το θάλαμο και βρίσκεται απέναντί σου, θα ανήκει πλέον στο παρελθόν σου.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά αυτό το σχεδιασμό, θα δούμε ότι όσα αντικείμενα, γεγονότα ή καταστάσεις βρίσκονται πάρα πολύ κοντά -στις δύο πλευρές, εμπρός και πίσω, του θαλάμου που αντιπροσωπεύει το παρόν-, μοιάζουν τόσο μεταξύ τους ώστε με δυσκολία μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από το πολύ κοντινό μας μέλλον ή το ανάλογα πολύ κοντινό μας παρελθόν. Αυτό είναι που δίνει και την ψευδαίσθηση της μονιμότητας και του πραγματικού στη διάρκεια, όμως αυτό συμβαίνει μονάχα για όσα βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στο παρόν. Αν περάσουμε μέσα από το απέναντι άνοιγμα και προχωρήσουμε απομακρυνόμενοι μέσα στο παρελθόν μας, το τοπίο θα αρχίσει να αλλάζει δραστικά, κι ο κόσμος που θα βλέπουμε γύρω μας, θα αναλογεί σε αυτή τη ζωή που έχουμε ήδη ζήσει, γυρίζοντας το χρόνο προς τα πίσω, αρχής γενομένης από τη στιγμή που περάσαμε το άνοιγμα του θαλάμου. Με γρήγορη ταχύτητα, οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες και τα χρόνια που έχουμε ζήσει, θα περνούν ανάποδα, με όλα γύρω μας να οδηγούν στη μοναδική στιγμή της γέννησής μας.

Αν αντιστρέψουμε τώρα την πορεία μας αυτή, οπισθοχωρώντας με βήματα αργά προς τα πίσω, το τοπίο γύρω θα εξακολουθεί να είναι επίσης -στην αρχή- οικείο και παρόμοιο με το παρόν, αλλά καθώς θα συνεχίζουμε να οπισθοχωρούμε, γύρω μας θα αρχίσουν να εμφανίζονται όλα όσα σκεφτόμασταν να υλοποιήσουμε στη ζωή μας. Εισερχόμενοι μέσα στην περιοχή η οποία αντιπροσωπεύει το μέλλον μας, το ένα μετά το άλλο τα όνειρα και τα σχέδιά μας για τη μελλοντική πορεία της ζωής μας, θα αρχίσουν να εμφανίζονται γύρω μας, σαν να ζούμε μια εικονική πραγματικότητα από το μέλλον. Μέχρι που κάποια στιγμή, όλος ο κόσμος θα αρχίσει να γίνεται θολός και απροσδιόριστος τόσο, που ξαφνικά θα συνειδητοποιήσουμε ότι πλησιάζουμε να ζήσουμε τη στιγμή του τέλους της ζωής μας και του βιολογικού σωματικού θανάτου μας. Όμως το πραγματικό ίσως ενδιαφέρον ξεκινά, στην πιθανότητα να καταφέρουμε να συνεχίσουμε την πορεία μας αυτή και να περάσουμε τη νοητή χρονική στιγμή του θανάτου μας, ώστε να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τι συμβαίνει στον Εαυτό μας μετά από αυτό το σημείο. Ή ακόμη περισσότερο, αν μέσα από μια τέτοια επιλογή, μπορούσαμε ίσως να ανακαλύψουμε την αιτία των μετενσαρκώσεων της ψυχής μας.

Ο κόσμος γύρω μας, μας αισθάνεται και μας αντιλαμβάνεται ως υλικό σώμα, μονάχα όταν βρισκόμαστε -ως σώμα- μέσα στον παραπάνω θάλαμο ο οποίος συμβολίζει το παρόν και το ‘τώρα’. Το ίδιο κι εμείς -ως σώμα και μέρος του κόσμου-, αισθανόμαστε κι αντιλαμβανόμαστε ολόκληρο τον κόσμο, το δικό μας και τα υπόλοιπα σώματα των άλλων γύρω μας, όταν βρίσκονται στο ίδιο παρόν. Και όλα τα υπόλοιπα τα οποία βρίσκονται μέσα στο παρελθόν και το μέλλον, παραμένουν αόρατα κι ας είναι σχετικά δίπλα μας. Αν παραστήσουμε όλες τις στιγμές τις ζωής μας σαν δικά μας σώματα -το ένα πίσω από το άλλο στη σειρά-, διαφέροντας απλά στην ηλικία, θα παρατηρήσουμε ότι όλα τα σώματα, με κατεύθυνση από το μέλλον προς το παρελθόν, εισέρχονται μέσα στο ‘τώρα’, εμφανίζονται κι ύστερα περνούν έξω από αυτό, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στα επόμενα που ακολουθούν. Στην ουσία όμως ο θάλαμος του ‘τώρα’, δεν αντιπροσωπεύει μονάχα το δικό μας σώμα, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Και έτσι, κάθε φορά που ένα σώμα εισέρχεται μέσα του, αλληλεπιδρά με τα πάντα. Όλες οι καταστάσεις της ζωής, την ίδια στιγμή καταγράφονται μέσω της διαδικασίας της μνήμης, δημιουργώντας άπειρες στον αριθμό ενεργειακές συνάψεις, οι οποίες ενώνουν το συγκεκριμένο σώμα του ‘τώρα’, τόσο με αυτά που έχουν ήδη περάσει όσο και με εκείνα τα οποία ακολουθούν.

Έτσι αν πλησιάσουμε περισσότερο ώστε να κοιτάξουμε με μεγαλύτερη προσοχή μέσα στον διαφανή θάλαμο που συμβολίζει ολόκληρο τον κόσμο του κάθε παρόντος μας, επιλέγοντας όμως ως ροή, μια πολύ αργή κίνηση ώστε να τον κατανοήσουμε, θα δούμε ότι η κάθε στιγμή του χρόνου που αντιπροσωπεύει το ‘τώρα’, αυτό που εμείς όλοι αντιλαμβανόμαστε ως ‘στιγμιαίο παρόν’, ταυτίζεται με μια και μόνη ολοκληρωμένη αίσθηση ολόκληρου του κόσμου. Θα συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε στιγμή του ‘παρόντος’, αποτελεί και μια ολογραφική τρισδιάστατη συναίσθηση του συνολικού κόσμου, η οποία συμπεριλαμβάνει την πλήρη αποκωδικοποίησή του μέσα από τις πέντε αισθήσεις μας. Κάθε ‘τώρα’ δηλαδή, είναι πληροφορία η οποία ταυτίζεται με μια ολογραφική αίσθηση από εικόνα, ήχο, γεύση, όσφρηση και αφή ολόκληρου του κόσμου μας. Κάθε τέτοια στιγμή είναι μοναδική, αυτόνομη και συναθροιστική. Μοναδική διότι εμφανίζεται και μετά χάνεται χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να επανέλθει ακριβώς η ίδια, αυτόνομη διότι η εμφάνισή της θα συμβεί ούτως ή άλλως, καταλαμβάνοντας τη θέση της προηγουμένης που έχει αποχωρήσει και τέλος συναθροιστική διότι περιλαμβάνει ως γνώση, ολόκληρη τη γνώση της μέχρι εκείνη τη στιγμή ζωής μας. Όσο κι αν αυτό φαίνεται αδύνατο ή αδιανόητο στο υλικό σώμα, η όλη εμφάνιση του κόσμου λαμβάνει χώρα σε τρία στάδια, αυτά της εμφάνισης, της σταθεροποίησης και της εξαφάνισης ή του κενού. Ολόκληρος ο λεγόμενος υλικός ή αλλιώς αισθητός κόσμος -συμπεριλαμβανομένων όλων των σωμάτων μας-, εμφανίζεται στιγμιαία, σταθεροποιείται και στη συνέχεια εξαφανίζεται αφήνοντας στη θέση του ένα απόλυτο κενό, το οποίο θα καταλάβει αμέσως μετά η επόμενη ολογραφική στιγμή του.
Παρατηρώντας ολόκληρο το πεδίο του αισθητού κόσμου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μοιάζει με μια γιγαντιαία σφαιρική δημιουργία, στην εσωτερική επιφάνεια της οποίας σχηματίζεται κάθε στιγμή ο υλικός, αισθητός κόσμος, ο οποίος γίνεται αντιληπτός από εμάς. Η σφαίρα αυτή λειτουργεί σαν ανακλαστικό κάτοπτρο, και στους επισκέπτες και παρατηρητές που βρίσκονται μέσα της προκαλεί ψευδαισθήσεις, κάνοντάς τους να θεωρούν τον εσωτερικό της χώρο ως τον δικό τους εξωτερικό κόσμο. Ενώ συγχρόνως, κρατά εντελώς αόρατο και κρυφό οτιδήποτε υπάρχει έξω από αυτή, έτσι ώστε, ολόκληρο το εσωτερικό της να αποτελεί ένα εικονικό και ψευδές καθρέφτισμα της πραγματικής κωδικοποιημένης πληροφορίας η οποία υπάρχει στον εξωτερικό της χώρο. Ενώ δηλαδή ο Εαυτός μας, βρίσκεται στην εξωτερική της επιφάνεια και παρατηρεί τον κόσμο μέσα της, την ίδια στιγμή το σώμα μας θεωρεί ότι όλο αυτό που αισθάνεται ως κόσμο, είναι έξω από αυτό. Για το σώμα όμως, είναι πράγματι έτσι, διότι ενώ ο ουρανός, τα αστέρια, οι πλανήτες ή και οι γαλαξίες -στην πραγματικότητα- βρίσκονται στο εσωτερικό πεδίο της σφαίρας, το σώμα τα αισθάνεται -μέσα από το καθρέφτισμα- ανάποδα, θεωρώντας τα πάντα έξω και γύρω του. Κι αυτό διότι στο σώμα -ως τμήμα του πεδίου- είναι αδύνατον να δει και να αντιληφθεί τα πράγματα διαφορετικά.

Όπως ο υπόλοιπος κόσμος, έτσι και η υλική υπόσταση του σώματός μας, λαμβάνει χώρα μονάχα στο στιγμιαίο παρόν, δίνοντάς του την αίσθηση του υλικού, σταθερού και μόνιμου. Πριν συμβεί η υλοποίηση αυτή, παραμένει μέσα στο χώρο του μέλλοντος -από τον οποίο ετοιμάζεται να αναδυθεί-, ταξινομημένο ενεργειακά σε μικρά ολογραφικά τμήματα από δικές μας χρονικές στιγμές. Αυτές οι στιγμές μία -μία στη σειρά, εμφανίζονται -λαμβάνοντας υλική μορφή- στο παρόν και κατόπιν αποχωρούν σε ενεργειακή πάλι άυλη μορφή, στο χώρο ο οποίος για μας αποτελεί το παρελθόν. Το εντυπωσιακό, είναι ότι κάθε ένα τέτοιο ολογραφικό σώμα, τη στιγμή της στιγμιαίας εμφάνισής του στο παρόν, σχηματίζει αυτόματα τη μνήμη του δημιουργώντας άπειρες ηλεκτρικές συνάψεις με όλα τα προηγούμενα σώματα που πλέον βρίσκονται στο παρελθόν, ενώ παράλληλα -με τον ίδιο πάλι τρόπο-, συμμετέχει στο σχεδιασμό της μελλοντικής ζωής του, η οποία περιμένει να υλοποιηθεί.

Αν θα προσπαθούσαμε να αποτυπώσουμε γραφικά αυτή τη ροή της δημιουργίας από το μέλλον προς το παρελθόν, θα χρειαζόταν να σχεδιάζουμε -έξω από την τρισδιάστατη σφαίρα του κόσμου μας- δύο διπλές διαστάσεις, αόρατες στις ανθρώπινες αισθήσεις. Δύο, διότι η μία περιέχει τις πιθανότητες υλοποίησης ενώ η άλλη τον λεπτομερή σχεδιασμό του και διπλές, διότι η κάθε μία περιέχει μέσα της ολόκληρη τη διάρκεια τόσο από το μέλλον από το οποίο πηγάζει ο κόσμος, όσο και από το παρελθόν στο οποίο οδηγείται αμέσως μετά την υλοποίησή του. Αν λοιπόν ο αισθητός κόσμος καταλαμβάνει τις τρεις πρώτες διαστάσεις, τότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι οι διαστάσεις για τις οποίες μιλάμε είναι οι αόρατες σε μας τέταρτη και πέμπτη. Η υλοποίηση του κόσμου έτσι, οδεύει από το μέλλον της χαοτικής και γεμάτης πιθανότητες δημιουργίας πέμπτης προς την λεπτομερή τέταρτη και εν συνεχεία αφού αγγίξει την τρίτη και υλοποιηθεί, οδεύει προς το παρελθόν από την τέταρτη τώρα προς την πέμπτη.

Τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι στην ουσία, δεν υπάρχει χρόνος, αλλά μονάχα μια σειρά από ολογραφικές φέτες, κλάσματα ή τμήματα του κόσμου, μέσα στα οποία έχει αποκωδικοποιηθεί η κάθε μας στιγμή. Κάθε τέτοια ολογραφική φέτα, αποτελείται μονάχα από χώρο, μέσα στον οποίο υπάρχει η πληροφορία της συγκεκριμένης θέσης του κόσμου. Αυτό το χώρο όμως, εμείς -ως σώματα- τον μετρούμε και τον μεταφράζουμε χρονικά. Εφόσον όμως δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει ούτε κίνηση. Έτσι η κίνηση η οποία γίνεται σε μας αισθητή, είναι φαινομενική και αποτελεί την εναλλαγή -της μιας μετά της άλλης- από αυτές τις χωρικές ολογραφικές φέτες του κόσμου, στις οποίες αυτός -μαζί με οτιδήποτε υπάρχει μέσα του- εμφανίζεται σε διαφορετική θέση κάθε φορά από ότι ήταν προηγουμένως.

Εμείς μέσω των αισθήσεων, αισθανόμαστε τα σώματά μας μόνιμα, θεωρώντας επίσης ότι η διαδικασία που καταγράφουμε τις πληροφορίες, τη γνώση και τις εμπειρίες στη μνήμη μας βρίσκεται μέσα σε ένα ενιαίο, αδιαίρετο και σταθερό σώμα. Κι αυτό, διότι έχουμε δυσκολία στην αντίληψη αυτής της σειράς των ολογραφικών κλασμάτων του κόσμου. Μας είναι δύσκολο να αποδεχθούμε τον κόσμο και το σώμα μας μέσα από μια σειρά από τρισδιάστατες φέτες η μία μετά την άλλη, οι οποίες λαμβάνουν υλική οντότητα μονάχα στο παρόν και αμέσως μετά επιστρέφουν στην άυλη ενεργειακή μορφή, παρόμοια με την οποία υπήρχαν και πριν. Στο σώμα μας είναι δύσκολο να αποδεχθεί ότι αυτό που αντιλαμβάνεται ως εξωτερικό περιβάλλον του ή ακόμη και βαθύ διάστημα, στην ουσία είναι το εσωτερικό του κόσμου στον οποίο ανήκει και άρα, για να βγούμε Εμείς από αυτόν θα πρέπει να κάνουμε βήματα αντίθετης κατεύθυνσης, δηλαδή προς τα μέσα μας. Όχι προς τα μέσα κάποιου άλλου, αλλά προς το δικό μας μέσα, του ίδιου του Εαυτού μας. Όμως περισσότερο απ’ όλα, μας είναι δύσκολο να ταυτίσουμε το ‘πριν’ με το μέλλον, μιας και έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε ως ‘πριν’ το παρελθόν μας, δηλαδή αυτό που έχει ήδη χρονικά παρέλθει. Έτσι, για να καταφέρουμε να φτάσουμε σε μια τέτοια συνειδητοποίηση, θα πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε ως σώμα. Διότι μονάχα το σώμα δέχεται το ‘πριν’ ως παρελθόν, μιας και η πληροφορία που εισπράττει για τα πάντα, προέρχεται αποκλειστικά από τα σωματικά ολογραφικά του κλάσματα που έχουν προηγηθεί από αυτό.

Αν ακινητοποιήσουμε αυτή τη ροή από στιγμές μας και πλησιάσουμε κάποιο τυχαίο, στιγμιαίο ‘παρόν’ μας, θα παρατηρήσουμε ότι τα σώματα τα οποία βρίσκονταν στο χώρο του μέλλοντος και περιμένουν -στην ουρά- να διέλθουν μέσα από το παρόν, είναι ήδη προετοιμασμένα για αυτό που θα συναντήσουν. Κι όσο πλησιέστερα βρίσκονται στο παρόν, τόσο περισσότερες συνάψεις έχουν δημιουργήσει με όσα σώματα έχουν διέλθει και βρίσκονται ήδη στο παρελθόν, ενώ όσο απομακρύνονται από το σημείο εισόδου, οι συνάψεις γίνονταν πιο αδύναμες ή και -από ένα σημείο κι έπειτα- εξασθενούν εντελώς.

Αν αφήσουμε αυτή τη ροή να εισβάλει μέσα στο παρόν μας, τότε -αμέσως- το πρώτο ολογραφικό σώμα που στέκεται στην ουρά από το μέλλον μας θα εισέλθει μέσα. Με μια απίστευτη ταχύτητα, όλες οι συνάψεις οι οποίες έχουν μέχρι τότε δημιουργηθεί με το καθένα από τα προηγούμενα σώματα, θα συνδεθούν μαζί του, δίνοντάς του τη δυνατότητα να ανακαλεί ελεύθερα όποια πληροφορία επιθυμεί από το παρελθόν μας. Αν του ζητήσουμε να μας πει το όνομά του, τότε εκείνο αυτόματα, θα απαντήσει πως είναι ‘εμείς’, δίνοντάς μας το όνομα που έχουμε ως βιολογική ύπαρξη σε τούτη τη ζωή. Αν προσπαθήσουμε να το κάνουμε πιο δύσκολο και του ζητήσουμε να μας πει για παράδειγμα ένα όνομα κάποιου συμμαθητή μας από το σχολείο, τότε -μέσα από μια ηλεκτρική εκκένωση- το συγκεκριμένο σώμα θα δημιουργήσει αστραπιαία ενεργειακές συνάψεις με όλη τη σειρά από τα σώματα τα οποία έχουν υλοποιηθεί κατά τη διάρκεια των σχολικών μας χρόνων. Όμως το πλέον εντυπωσιακό θα συμβεί αν για παράδειγμα του ζητήσουμε να μας περιγράψει κάποια στιγμή κατά την οποία έζησε θλίψη και εσωτερικό πόνο, μέσα από κάποια προδοσία, απόρριψη, εγκατάλειψη, εξευτελισμό ή ταπείνωση… Το σώμα τότε μέσα από συνάψεις που θα δημιουργηθούν αστραπιαία, θα συνδεθεί με ένα συγκεκριμένο σώμα, το οποίο θα τύχει να ήταν υλοποιημένο στο τότε παρόν, μιας συγκεκριμένης πράγματι οδυνηρής στιγμής από το παρελθόν μας. Παρατηρώντας προσεκτικά, θα δούμε ότι ως χρονική στιγμή, δεν επιλέγει χρόνο, αλλά μια συγκεκριμένη ολογραφική φέτα του συνολικού χώρου του κόσμου, η οποία ήταν τότε υλοποιημένη στο παρόν και κατέγραψε μέσα της εκείνη την εμπειρία. Δηλαδή, αν και το παρόν συγκεκριμένο ολογραφικό σώμα, δεν είχε καταγράψει -το ίδιο- οποιαδήποτε πληροφορία από εκείνη την οδυνηρή κατάσταση -μιας και δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή-, θεωρεί ότι η συγκεκριμένη εμπειρία το αφορά άμεσα, όπως και οι σκέψεις ή τα συναισθήματα που παράγονται από αυτή. Πράγμα που σημαίνει, ότι κάθε τέτοια ολογραφική φέτα του συνολικού σώματος, κάθε σώμα το οποίο υλοποιείται στο παρόν, ενστερνίζεται ως δική του, ολόκληρη τη γνώση και εμπειρία την οποία έχουν καταγράψει όλα τα προηγούμενα σώματα συνολικά.

Ο καθένας από μας -ως Εαυτός- παρατηρεί τον κόσμο μέσα από αυτά τα σώματα τα οποία υλοποιούνται στο παρόν. Όμως, η διαδικασία της μνήμης, υποχρεώνει το κάθε σώμα ξεχωριστά, -τη στιγμή της υλοποίησής του στο παρόν- να αθροίζει μέσα του και να θεωρεί δική του, τη συνολική πληροφορία, γνώσης και εμπειρίας που έχουν αποκομίσει από τη ζωή τους όλα τα προηγούμενα σώματα συνολικά. Αυτή η πληροφορία όμως δεν είναι δική μας, αλλά δική του ή πιο σωστά δική τους. Ο καθένας από μας -ως Εαυτός ή ψυχή- έχει ως σκοπό να παρατηρήσει τον κόσμο προσπαθώντας πάντα να κατορθώσει να διαπεράσει μέσα του ψιχία της συνείδησής μας. Με τα σώματα συγκρατούμαστε με εσωτερικούς ενεργειακούς δεσμούς κι αν το Εγώ και η σειρά αυτή των ολογραφικών σωμάτων κυριαρχήσουν σε αυτή τη σχέση, τότε κι Εμείς θα γίνουμε ένα από αυτά. Έτσι στο τέλος, όταν και το τελευταίο από αυτά τα σώματα υλοποιηθεί και περάσει στο παρελθόν σηματοδοτώντας το βιολογικό θάνατο του σώματός μας, οι δεσμοί αυτοί θα παραμείνουν ενεργοί παρασύροντάς κι Εμάς, μέσα στον ‘ενδιάμεσο χώρο’ ο οποίος χωρίζει τον αισθητό κόσμο από τον άδηλο. Ένα χώρο όπου ο καθένας από μας -ως Εαυτός-, είναι αδύνατον να υπάρξει χωρίς σώμα και το σώμα -ως βιολογική ύλη-, είναι αδύνατον να λάβει αισθητή μορφή. Όσο θα βρισκόμαστε εκεί, θα συνεχίζουμε να θεωρούμε το χώρο της επίγνωσης δικό μας, ενώ συγχρόνως θα μας είναι αδύνατον να παραμείνουμε μέσα της. Έτσι θα αφεθούμε στην ‘ανάγκη’ ενός καινούργιου σώματος, επανερχόμενοι στη ζωή ξανά και ξανά. Αυτή είναι και η αιτία της μετενσάρκωσης, όμως ποια είναι η αιτία και ο τρόπος με τον οποίο παραμένουν ενεργοί αυτοί οι δεσμοί της ψυχής με το σώμα μας;

Ο λόγος για τον οποίο δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τη σύνδεση του ‘πριν’ με το μέλλον, είναι διότι ποτέ δεν χρειάστηκε να περιγράψουμε κάτι με αυτόν τον τρόπο. Όταν στο κείμενο αυτό εδώ λέμε ‘πριν’, δεν προσδιορίζουμε κάτι χρονικά αλλά χωρικά. Λέμε ‘πριν’ και εννοούμε ‘πριν υλοποιηθεί’ κάτι στο χώρο και όχι ‘πριν’ συμβεί κάτι μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Συζητάτε για κάτι το οποίο ενώ θα συμβεί μελλοντικά, συγχρόνως υπάρχει ήδη κάπου αλλού. Για κάτι το οποίο αν και δεν έχει ακόμη εισέλθει στον αισθητό κόσμο ώστε να υλοποιηθεί και να το αντιληφθούμε, βρίσκεται ήδη στο χώρο που εμείς εκλαμβάνουμε χρονικά ως μέλλον. Θα προσπαθήσω να το πω απλοϊκά ώστε να γίνει κατανοητό, γνωρίζοντας ότι οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσω -ως παράδειγμα- είναι μόνο για να διευκολύνουν έναν πρόχειρο σχεδιασμό. Έτσι λοιπόν το σύμπαν το οποίο εμείς αντιλαμβανόμαστε, εδώ το συμβολίζω ως μια κλειστή σφαιρική δημιουργία, στην εξωτερική επιφάνεια της οποίας υπάρχουν μικρά νοητά σημεία -ως οπές- από τις οποίες εμείς -ως Εαυτοί-, μπορούμε να παρατηρούμε μέσα της. Αυτές οι οπές -ως σύνορα των κόσμων-, ταυτίζονται με τα σώματά μας και τις αισθήσεις του, από όπου εισέρχεται μέσα της -σε ολογραφικά τμήματα-, τόσο ο κόσμος όσο και τα σώματα όλων μας. Εισέρχονται στο παρόν, με σκοπό να υλοποιηθούν και να γίνουν αισθητά. Άρα για όσο δεν έχουν υπάρξει ορατά, υπάρχουν ήδη κάπου αλλού αόρατα. Ο αισθητός κόσμος, ‘πριν’ υπάρξει στιγμιαία στο ‘παρόν’, υπάρχει στο μέλλον από όπου αναδύεται. Κι αυτή είναι η έννοια που δίνουμε εδώ στην ταύτιση του ‘πριν’ με το ‘μέλλον’.

Όμως αν παρατηρήσουμε νοητά το εσωτερικό της σφαίρας αυτής, κατανοούμε ότι η υλοποίηση των σωμάτων μας, συμβαίνει μόνο στην εσωτερική της επιφάνεια κι αν παρομοιάσουμε αυτή τη σφαίρα με ένα τεραστίων διαστάσεων κούφιο σφαιρικό σύμπαν, τότε το σώμα μας υλοποιείται στην εσωτερική επιφάνεια του φλοιού του. Αν λοιπόν το σώμα το οποίο μας φιλοξενεί -ως Εαυτούς- αποτελεί την πύλη του άδηλου προς τον αισθητό κόσμο, τότε εμείς -ως Εαυτός- συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στο άδηλο και έξω από αυτό το σφαιρικό σύμπαν, ενώ το σώμα, αδυνατώντας να αντιληφθεί αυτό το οποίο βρίσκεται πίσω του και έξω από το φλοιό, θεωρεί ως εξωτερικό περιβάλλον του, ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο της σφαιρικής αυτής δημιουργίας. Ότι υπάρχει στο μέλλον λοιπόν, υπάρχει έξω από τη σφαίρα και μέσα στο εξωτερικό της άδηλο. Ακολουθώντας τη ροή, αγγίζει τον φλοιό της -από έξω προς τα μέσα- όπου υλοποιείται στο παρόν και κατόπιν εισέρχεται στο εσωτερικό της χώρο -ο οποίος αποτελεί πλέον το παρελθόν του-, πάλι σε μη αισθητή μορφή. Αυτό σημαίνει όμως ότι αν το σώμα μας κοιτάξει προς τον ουρανό και το βαθύ διάστημα, στην ουσία κοιτάζει προς τον εσωτερικό θόλο αυτής της σφαιρικής δημιουργίας, άρα προς το παρελθόν μας. Αυτός είναι και ο λόγος κατά τον οποίο αν κοιτάζει κάποιος ένα μακρινό αστέρι ή γαλαξία, στην ουσία κοιτάζει το παρελθόν του αστεριού ή του γαλαξία αυτού.

Αν ρωτήσουμε το σώμα μας το οποίο βρίσκεται στο παρόν, πόσο χρονών είναι, θα λάβουμε ως απάντηση την σωστή ηλικία που έχουμε ως ανθρώπινο βιολογικό σώμα εκείνη τη στιγμή. Όμως αυτό είναι λάθος… Το κάθε στιγμιαίο σώμα μας το οποίο υλοποιείται στο παρόν, δεν έχει τη συνολική ηλικία μας αλλά αντίθετα, έχει ως χρόνο ζωής μόλις μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου, μιας και γεννήθηκε ως υλική μορφή μόλις ‘τώρα’. Όσες φορές όμως και να το ρωτήσουμε είναι αδύνατον να καταφέρουμε να το μεταπείσουμε. Στην ουσία κάθε ένα από αυτά τα ολογραφικά σώματα, ζει μόλις μερικά εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου κι ύστερα πεθαίνει, αλλά δεν μπορεί να το καταλάβει. Και λέγοντας πεθαίνει, εννοούμε ότι όταν κάτι χάνεται από τον αισθητό κόσμο του παρόντος και περνάει στο παρελθόν, όπου δεν γίνεται πλέον αντιληπτό στο ‘τώρα’, θεωρείται ότι -ως υλικό, βιολογικό πάντα σώμα- έχει πεθάνει. Το κάθε ξεχωριστό ολογραφικό σώμα, υλοποιείται για όση ελάχιστη χρονική διάρκεια αναλογεί το ‘τώρα’ στο παρόν και αμέσως μετά, περνά στο παρελθόν και το άδηλο, όπου εξαφανίζεται για να πάρει τη θέση του το επόμενο. Άρα, στην ουσία, κάθε ένα τέτοιο σώμα μας, ζει ελάχιστα, όμως το ίδιο είναι αδύνατον να το κατανοήσει, διότι η μοναδική πληροφορία που λαμβάνει είναι η συνολική μέχρι εκείνη τη στιγμή μνήμη που έχει αθροιστεί. Και αυτή η πληροφορία της μνήμης του το αντιλαμβάνεται διαρκώς ζωντανό, διότι η υλική, αισθητή, βιολογική ζωή, αναλογεί σε όλη της τη διάρκεια της ζωής και όχι σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα παρουσίας.

Η ανάγκη της επιβίωσης. Αυτή είναι η αιτία της ανάγκης αποθήκευσης της γνώσης και της λειτουργίας της μνήμης. Η ανάγκη για γνώση προς επιβίωση, μέσα στην προσδόκιμη διάρκεια της ζωής του καθένα μας. Αν κάθε ένα τέτοιο σώμα, κατορθώσουμε να αποδεχθεί την πραγματική διάρκεια της ζωής του, τότε δεν θα έχει νόημα η ανάγκη επιβίωσης η οποία αναπτύσσεται σε όλη τη σειρά από τα σώματά μας. Σε κάθε έτος βιολογικής ζωής μας, γεννιούνται περισσότερα από τριάντα δισεκατομμύρια τέτοια ολογραφικά σώματα, των οποίων η ζωή διαρκεί μόλις μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου ενός ‘τώρα’. Άρα σε τριάντα χρόνια της ζωής σου, θα έχουν γεννηθεί -κι αμέσως χαθεί-, περισσότερα από εννιακόσια δισεκατομμύρια από αυτά τα σώματα. Κι ενώ το πρώτο σώμα από αυτά θα έχει το μέγεθος και το σχήμα ενός βρέφους ολίγων δευτερολέπτων, το τελευταίο θα έχει αυτό ενός νέου τριάντα ετών. Όμως ενώ η μνήμη του πρώτου θα είναι μηδενική, του τελευταίου θα αποτελείται από τη συνολική μνήμη της γνώσης και εμπειρίας που αποκόμισε τα τριάντα συνολικά έτη ζωής του.

Έτσι, το τελευταίο σώμα κάθε υλοποίησης στο παρόν, θα περιέχει στη μνήμη του και θα γνωρίζει, όσα γνώρισαν όλα τα προηγούμενα συνολικά. Κι ενώ η πραγματική διάρκεια της ζωής του -όπως και όλων των προηγούμενων και επόμενων- θα αποτελείται από μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου, κάθε ένα θα θεωρεί -ως διάρκεια- το άθροισμα της ζωής όλων των προηγούμενων, ενώ θα υπολείπεται ακόμη όλων των επόμενων από αυτό. Όπως αντιλαμβανόμαστε τώρα, η συνολική βιολογική ζωή, ενός μοναδικού, σταθερού, πραγματικού και διαρκούντος -εν ζωή- σώματος δεν υπάρχει, αλλά αποτελεί ένα εικονικό και ψευδές άθροισμα όλων των ολογραφικών σωμάτων τα οποία υλοποιούνται γραμμικά εν σειρά. Η ψευδαίσθηση αυτή της μονιμότητας όμως, δημιουργεί την εικονική ‘ανάγκη επιβίωσης’ του βιολογικού σώματος, η οποία στοιχειοθετεί τη ζωή ως συνολική διάρκεια από παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Το ίδιο το συνολικό σώμα κατά τη διάρκεια της βιολογικής του ζωής, γνωρίζει μέσα από το πεδίο της επίγνωσης, ότι η ζωή του ανθρώπινου είδους -με την ευρύτερη έννοια- δεν ξεκινά τη στιγμή της δικής του βιολογικής γέννησης, ούτε σταματά τη στιγμή του δικού του βιολογικού θανάτου, αλλά αντίθετα, τόσο το είδος μας όσο και ολόκληρος ο αισθητός κόσμος, έχει μια ευρύτερη διάρκεια ζωής από ένα ευρύτερο παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κατανοεί ότι η δική του ζωή αποτελεί ένα μικρό μόλις τμήμα της συνολικής διάρκειας του κόσμου, ενώ συγχρόνως -η ίδια- αποτελείται από μια σειρά από στιγμές, μέσα από τις οποίες αποκομίζει γνώση και εμπειρίες ώστε να διαχειρίζεται την εξουσία. Έτσι, επιθυμεί να καταφέρει να δημιουργήσει μια συνέχεια της όλης αυτής διαδικασίας. Η ανάγκη επιβίωσης τώρα, αφού το ίδιο δεν κατορθώνει να έχει μια μεγαλύτερη διάρκεια της υπάρχουσας βιολογικής ζωής του, δημιουργεί την ανάγκη διεύρυνσής της γραμμικά -σε μια μεγαλύτερης διάρκειας συνολική ζωή- μέσω μιας νέας ζωής. Η σχέση με τον Εαυτό του, του δίνει την πληροφορία της δυνατότητας του δεύτερου να δημιουργήσει μια δεύτερη ευκαιρία ζωής, αλλά -ψευδώς- θεωρεί ότι η δεύτερη αυτή ευκαιρία, απευθύνεται σε αυτό το ίδιο το σώμα. Θεωρεί δηλαδή, ότι η μετεμψύχωση του Εαυτού και η έναρξη μιας νέας ζωής από την αρχή, απευθύνεται σε αυτό το σώμα κι όχι μονάχα στον Εαυτό, κάτι το οποίο είναι αδύνατον ποτέ να συμβεί. Έτσι αντί να κυριαρχήσει ο Εαυτός στο σώμα και το Εγώ, γίνεται το αντίθετο, όπου το Εγώ με το σώμα πλέον θεωρούν ότι αυτά τα ίδια έχουν ψυχή και συνείδηση και μέσω αυτών θα επανέλθουν στη ζωή με ένα άλλο όνομα, σε μια άλλη χρονική γραμμή. Θα ήταν πραγματική φιλοσοφική πρόκληση, αν κατορθώναμε να παρατηρήσουμε τη σειρά των σωμάτων μας που βρίσκονται πίσω από τη στιγμή του βιολογικού μας θανάτου και μέσα στο μέλλον, όπου θα συνειδητοποιούσαμε ότι δεν υπάρχουμε πλέον μέσα τους. Ο βιολογικός θάνατος θα έχει σηματοδοτήσει τη διακοπή της επαφής μας μαζί τους κι έτσι τα λίγα σώματα τα οποία θα έχουν μείνει για το μελλοντικό χρόνο μετά το θάνατό μας, θα περιλαμβάνουν μονάχα τις χρονικές στιγμές της διαδικασίας ταφής τους. Που βρισκόμαστε όμως Εμείς;

Αν παρατηρήσουμε τι υπάρχει από Εμάς μέσα στο παρελθόν μας εμπρός από το θάλαμο, μέσα στο χώρο που αντιπροσωπεύει το παρελθόν της ζωής μας, θα δούμε ότι η τελευταία σειρά από τα ολογραφικά μας σώματα, έχει τραβήξει ένα δικό μας τμήμα -ως Εαυτού- μέσα στο παρελθόν της ζωής μας -και άρα μέσα στο πεδίο της επίγνωσης του αισθητού κόσμου-, κρατώντας μας ενωμένο μέσω ενός συνδέσμου, παρόμοιου με ηλεκτρικό λώρο. Εμείς -ως Εαυτός-, παραμένουμε έξω από το πεδίο, όμως η σύνδεση με τον λώρο μας εμποδίζει να φύγουμε και να απομακρυνθούμε μακριά από αυτό. Ο χώρος αυτός, ο οποίος βρίσκεται ακριβώς στην αρχή του παρελθόντος της ζωής και εφάπτεται με το παρόν, ονομάζεται ‘ενδιάμεσος χώρος. Ευρισκόμενος ανάμεσα στο αισθητό και στο αόρατο ή άδηλο, είναι ο χώρος τον οποίο ονομάζουμε ‘κάτω κόσμο’ ή απλά ‘ο άλλος κόσμος’. Αν αφήσουμε το σώμα μας να κυριαρχήσει πάνω μας, θεωρώντας ότι τόσο Εμείς οι ίδιοι -ως Εαυτός- όσο και η συνείδησή μας ανήκουν στο Εγώ μας, τότε αυτό -για να επεκτείνει τη διάρκεια της ζωής του- ετοιμάζεται να μας χρησιμοποιήσει στην επόμενη -υποθετική- ζωή του, τραβώντας μας και εγκλωβίζοντάς μας μέσα στο πεδίο της επίγνωσης. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το σώμα δημιουργεί έναν ενεργειακό λώρο μαζί μας. Αν δεν κατορθώσουμε να ανατρέψουμε την κατάσταση αυτή μέχρι την τελευταία στιγμή του θανάτου μας, τότε το τελευταίο ολογραφικό σώμα, αποχωρώντας προς τα έξω του -δηλαδή προς το εσωτερικό του πεδίου και το παρελθόν του-, έλκει και το λώρο μαζί του κρατώντας μας δέσμιο, χωρίς να έχουμε δυνατότητα να απεμπλακούμε και να επιστρέψουμε στην πηγή μας.

Δεν μας απορροφά ολόκληρο -ως Εαυτό- μέσα στο πεδίο. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί. Όμως ο λώρος αυτός είναι αρκετός ώστε να μας δεσμεύσει. Με τη σύνδεση αυτή, είναι αδύνατον να παρατηρούμε τον αισθητό κόσμο μιας και δεν φιλοξενούμαστε πλέον σε ζωντανό σώμα, αλλά μπορούμε να παρατηρούμε το παρελθόν στο οποίο έζησε το σώμα μας. Χωρίς δηλαδή να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ανήκουμε πια στον αισθητό κόσμο, μπορούμε να ζούμε εικονικά στιγμές με άλλα άτομα με τα οποία έχουμε αλληλεπιδράσει στο παρελθόν και να βιώνουμε καταστάσεις που -ακόμη κι αν δεν πραγματοποιήθηκαν-, είχε δρομολογηθεί η πιθανότητα να συμβούν κάποτε. Αυτό σημαίνει ότι μόλις μπούμε στο πεδίο με έναν τέτοιο σύνδεσμο, θα θεωρούμε -ψευδώς- ότι η ζωή του σώματός μας συνεχίζεται. Όμως ούτε αυτό είναι δυνατόν να συμβεί.

Το σώμα στο οποίο φιλοξενηθήκαμε έχει μια ορισμένη διάρκεια ζωής και ο θάνατός του -με την απομάκρυνσή του από το παρόν- σηματοδοτεί το τέλος του. Η διάρκεια ζωής του όμως ταυτίζεται με τη συνολική γνώση την οποία έχει αποκομίσει μέσα στην επίγνωση κι αυτή η γνώση είναι εγκατεστημένη στη μνήμη του η οποία πλέον έχει αθροιστεί συνολικά στο τελευταίο ζωντανό σώμα. Έτσι έχουμε, Εμάς -μέσω του ενεργειακού λώρου- δέσμιο μέσα στην επίγνωση, να θεωρούμε ότι συνεχίζουμε να υπάρχουμε μέσα σε ένα σώμα παρατηρώντας τον κόσμο, ενώ παράλληλα το σώμα μας, το οποίο αν και περιμένει να ξαναζήσει μια νέα ζωή μέσα από Εμάς, έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και απομακρύνεται προς το βαθύ διάστημα, έχοντας όμως δεσμευμένο ενεργειακά επάνω του Εμάς.

Αυτός ο σύνδεσμος του ενεργειακού λώρου δεν μπορεί να απομακρυνθεί περισσότερο από μια γραμμικά ισοδύναμη απόσταση, όσο -περίπου- της γης από τη σελήνη. Στην απόσταση αυτή, μπορεί να παραμένει ενεργός, για όσο διάστημα υπάρχει πληροφορία υλοποίησης του σώματος μέσα στο μέλλον, ανεξάρτητα αν συνεχίζει να ολοκληρώνεται οποιαδήποτε υλοποίησή του στο παρόν. Όταν ο κύκλος της προσδόκιμης ζωής του σώματος ολοκληρωθεί και η οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να υπάρχει σε μέλλον και παρόν χαθεί, τότε ο λώρος λύνεται ελευθερώνοντας το σύνδεσμο του Εαυτού μέσα στο πεδίο. Η απελευθέρωση αυτή, αυτομάτως διαγράφει οποιαδήποτε πληροφορία μνήμης υπάρχει από το προηγούμενο σώμα, αλλά συνεχίζει να κρατά δέσμιο τον Εαυτό, ο οποίος τώρα έχει ανάγκη ενός νέου σώματος ώστε να μπορεί να παρατηρήσει και να αλληλεπιδράσει με το πεδίο. Ως αποτέλεσμα ο Εαυτός, επιλέγει μια νέα διάρκεια ζωής αποτελούμενη από μέλλον, παρόν και παρελθόν και εισέρχεται εκ νέου σε ένα νέο σώμα από όπου ξεκινά ένα καινούργιο κύκλο ζωής από την αρχή.

Συνειδητοποιούμε έτσι, ότι ο οποιοσδήποτε οριστεί -εκούσια ή ακούσια- ως θεματοφύλακας της γνώσης σε τούτο τον κόσμο, αυτομάτως γίνεται διαχειριστής της εξουσίας και δέσμιος μιας συνεχούς ανακύκλωσης βιολογικής ζωής διαδοχικών σωμάτων. Ακόμη και η αστρική προβολή έξω από το υλικό μας σώμα, είναι στην ουσία μια βύθιση του Εαυτού μας μέσα στο εσωτερικό του αισθητού κόσμου ή μια δοκιμή μετεμψύχωσης. Από την άλλη, όλοι όσοι διαχειρίζονται εξουσία σε τούτο τον κόσμο, -ανεξάρτητα αν είναι συνειδητή αυτή η επιλογή τους ή όχι-, συμμετέχουν σε αυτή την ανακύκλωση της ψυχής μέσα στο πεδίο της επίγνωσης. Για αυτό και η εσωτερική διαδρομή του καθενός δεν επιδέχεται κάποια συγκεκριμένη περιγραφή ως διαδικασία.

Ο οποιοσδήποτε κατέχει κάποια στιγμή -ως γνώση- την περιγραφή και λειτουργία του εσωτερικού και εξωτερικού μέρους του κόσμου, δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμος να δημιουργήσει μια συγκεκριμένη συνειδητή διαδικασία ως Εαυτός. Δεν υπάρχει κανόνας σε αυτό. Ο δρόμος προς τα μέσα ή προς τα έξω, είναι εντελώς ατομικός, βασισμένος στην πραγματική ελεύθερη βούληση του καθενός. Το ότι γνωρίζει κάποιος ότι υπάρχει εικονικότητα στο πεδίο δεν σημαίνει ότι μπορεί και να την κατανοήσει. Η απόσταση του ‘μου περιγράφουν το περιβάλλον στο οποίο βρίσκομαι’, μέχρι του ‘συνειδητοποιώ τον Εαυτό μου και το Λόγο για τον οποίο βρίσκομαι εδώ, επιλέγοντας ο ίδιος το δρόμο που θα ακολουθήσω’, είναι σχεδόν αγεφύρωτη. Διότι ακόμη και ο φόβος μας, είναι επιλογή. Δεν μπορεί να μας υποδείξει κάποιος αυτό που θα συνειδητοποιήσουμε. Μόνοι μας θα το κάνουμε. Κι Εμείς, όπως και ο καθένας που θα αποφασίσει να ενεργοποιήσει τον Εαυτό του.

Λέξεις και φράσεις όπως ‘γνώση’, ‘επίγνωση’, ‘ολογραφικό σώμα’ ή ‘υλοποίηση στο στιγμιαίο παρόν’, από μόνες τους δεν πρόκειται να μας βοηθήσουν να φτάσουμε κάπου, αν δεν έχουμε συνειδητοποιήσει βαθιά μέσα μας τα βαθύτερα νοήματά τους. Αν δεν κατορθώσουμε να συνειδητοποιήσουμε Εμείς οι ίδιοι, τη σχέση που έχουν στην πραγματικότητα, οι έννοιες της εξουσίας με τον κόσμο και τον τρόπο που συμμετέχουν -εν αγνοία μας ή όχι- το Εγώ ή ο Εαυτός, στη διατήρηση ή στην οποιαδήποτε αλλαγή του, δεν θα μπορέσει καμιά γνώση να μας βοηθήσει να το κάνουμε. Άσχετα με το τι λέμε, το πεδίο αυτό του κόσμου, έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί αν η βούληση μας λειτουργεί με τη δική μας συνείδηση ή αν αναπαράγει κομμάτια γνώσης τα οποία αδυνατεί ακόμη να συνειδητοποιήσει. Σε τούτο τον κόσμο, ο οποιοσδήποτε μπορεί να μου δείξει κάτι, αλλά αυτό που θα δω και θα κατανοήσω τελικά, είναι υπόθεση της δικής μου σχέσης με τον Εαυτό και τη συνείδησή μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου