Λίγοι υπηρετούν την Αλήθεια γιατί λίγοι έχουν τη θέληση και λιγότεροι τη δύναμη για να είναι δίκαιοι

-"Μητρός τε και πατρὸς και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η Πατρὶς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρα θεοίς και παρ᾿ ανθρώποις τοις νουν έχουσι." -
-"Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται"
- "Άλ, εσύ που είσαι το Φως, έλα στη Γή!
Κι εσύ Έλ ρίξε τις ακτίνες σου στην ιλύ που ψήνεται
(που βρίσκεται σε κατάσταση αναβρασμού).
Ας γίνει ένα καταστάλαγμα (μια ξηρά)
για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν
και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη.
Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν,
και κινδυνέψει να ταφεί (να σβήσει, να χαθεί)
το καταστάλαγμα του πυρός μέσα στην αναβράζουσα ιλύ,
και ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο,
το σημαντικότερο όλων!"

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ


ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ 

Τα μήλα αυτά βρίσκονταν όπως μας πληροφορεί ο Απολλόδωρος ( Βιβλίο Β’κεφ.6, παραγρ.11), όχι όπως πολλοί πίστευαν στην Λιβύη, αλλά στον Άτλαντα των Υπερβορείων και  ήταν δώρο της Γαίας προς τον Δία όταν αυτός παντρεύτηκε την Ήρα.
«τατα δ ν, οχ ς τινες επον ν Λιβύλλ π το τλαντος ν περβορέοις  Δι <Γ> γήμαντιραν δωρήσατο…»
Φύλακας των χρυσών μήλων ήταν ένας αθάνατος δράκος γιός του Τυφώνα και της Έχιδνας που είχε εκατό κεφάλια και κραύγαζε με όλων των ειδών τους ήχους. «φύλασσε δ ατ δράκων θάνατος, Τυφνος καχίδνης, κεφαλς χων κατόν· ἐχρτο δ φωνας παντοίαις κα ποικίλαις...»
Μαζί με αυτόν ήταν και οι Εσπερίδες που κατά τον Ησίοδο είναι κόρες της Νύχτας αλλά από άλλους συγγραφείς αναφέρονται ως θυγατέρες του Δία και της Θέμιδος ή ακόμη του Φόρκυ και της Κητούς και τέλος λέγεται ότι ήταν κόρες του Άτλαντα γιού του Ιαπετού και της Κλυμένης αδερφού  του Προμηθέα, Επιμηθέα και Μενοίτιου των γνωστών Ιαπετιδών. Στη Τιτανομαχία ήταν αρχηγός των Τιτανιδών (γιων των Τιτάνων) και μάλιστα ο δυνατότερος και ο επιδεξιότερος, που όμως μετά τη νίκη του ο Δίας τον τιμώρησε για πάντα υποχρεώνοντας τον να φέρει στους ώμους του τον Ουράνιο θόλο.

 Ο αριθμός των Εσπερίδων δεν αναφέρεται πάντα ο ίδιος. Άλλοι λένε πως ήταν δυο, άλλοι τρείς και ο Απολλόδωρος στην Βιβλιοθήκη του (βιβλί Β΄, κεφ.5,παραγρ.11) τέσσερις τις οποίες μάλιστα ονομάζει: Η Αίγλη, η Ερύθεια, η Εσπερία και η Αρέθουσα: «…σπερίδες φύλαττον, Αγλη ρύθεια σπερία ρέθουσα…»
Πηγαίνοντας λοιπόν ο Ηρακλής για την πραγματοποίηση του άθλου του φθάνει στον ποταμό Εχέδωρο στην Κεντρική Μακεδονία τον σημερινό ονομαζόμενο Γαλλικό ποταμό, ο οποίος στην κοίτη του είχε κοιτάσματα χρυσού. Μάλιστα την ονομασία Γαλλικός την πήρε επί ρωμαϊκής κυριαρχίας όταν στην αποικία που υπήρχε εκεί τον 1ο αι. μ. Χ. , Callicum ονομαζόταν το κόσκινο από δέρμα κατσίκας, με το οποίο συνέλεγαν τη χρυσόσκονη. Εκεί έγινε η συνάντηση του Ηρακλή με τον Κύκνο και η γνωστή μονομαχία.
Ο Κύκνος  ήταν γιος του Άρη και εχθρός του Απόλλωνα. Γι’ αυτό έστηνε καρτέρι σε αυτούς που πήγαιναν στους Δελφούς και τους άρπαζε τα αναθήματα που επρόκειτο να χαρίσουν στο θεό και έκλεβε από τις εκατόμβες που ήταν προορισμένες για τις θυσίες. Μετά αποκεφάλιζε τα θύματά του και μάζευε τα κρανία τους για να χτίσει ναό στον πατέρα του.( Εδώ βλέπουμε μια σχετική με αυτήν του Ανταίου, θα τον βρούμε πιο κάτω, τακτική , που φανερώνει αναμφίβολα πως υπήρχαν κάποια ανθρωποειδή όντα τα οποία ήταν απολύτως άγρια με ακραίες εκδηλώσεις βαρβαρότητας  και σαφώς μη εντασσόμενα στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτούς ο Ηρακλής-Διογενής είχε ως καθήκον και θεϊκό προορισμό να τους αφανίσει.) 

Ο Κύκνος όταν έβλεπε έναν ξένο τον καλούσε σε μονομαχία το ίδιο έκανε και με τον Ηρακλή. Έτσι ετοιμάστηκαν και οι δυο για τον αγώνα. Ο Ηρακλής φορούσε μια πανοπλία που του την είχε φτιάξει ο Ήφαιστος και τον προστάτευε η Αθηνά ενώ τον Κύκνο τον προστάτευε ο πατέρας του ο Άρης. Αποφασισμένοι και οι δυο, με τις ασπίδες μπροστά και τα δόρατα στο χέρι άρχισαν τα κονταροχτυπήματα. Εκείνη τη στιγμή βρόντηξε ο Δίας ψηλά στον Ουρανό και άφησε να πέσουν αιμάτινες σταγόνες στη γη, σημάδι πολέμου και ενθάρρυνση για το γιο του . Αφού κτυπήθηκαν κάμποση ώρα ο Ηρακλής  χτύπησε στον αυχένα τον Κύκνο και τον ξάπλωσε νεκρό.  «…Κύκνος δ ρεος κα Πυρήνης ες μονομαχίαν ατν προεκαλετο. ρεος δ τοτονκδικοντος κα συνιστάντος μονομαχίαν, βληθες κεραυνς μέσος μφοτέρων διαλύει τν μάχην…»Αναφέρει σχετικά ο Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)
Όταν είδε ο Άρης το γιο του νεκρό όρμησε ο ίδιος εναντίον του Ηρακλή  και παραλίγο να τον σκοτώσει αλλά η Αθηνά έκανε το δόρυ του να αστοχήσει και έτσι γλύτωσε ο ήρωας. Ο Ηρακλής με τη σειρά του όρμησε στον Άρη και τον τραυμάτισε στο μηρό. Μετά από αυτό ο Άρης έφυγε για τον Όλυμπο.
Στην συνέχεια ο Ηρακλής διέσχισε την Ιλλυρία και περνώντας τον Ηριδανό ποταμό έφθασε στις Νύμφες κόρες του Διός και της Θέμιδος τις οποίες τις ρώτησε που πρέπει να πάει για να βρει τα Χρυσά Μήλα. Εκείνες του είπαν πως ο μόνος που μπορούσε να του πει ήταν ο Νηρέας.  Στην Ελληνική Μυθολογία ο Νηρέας,  φέρεται ως πρωτότοκος γιος του Πόντου και της Γαίας (Ησίοδος) και κατ’ άλλους του Ωκεανού και της Τηθύος. Συνήθης κατοικία του είναι ένα λαμπρό σπήλαιο, ή ένα φωτεινό ανάκτορο που βρίσκεται στα βάθη των Ωκεανών.
Ο Νηρέας ήταν  θαλάσσια θεότητα προγενέστερη του Ποσειδώνα. Οι αρχαίες ελληνικές παραδόσεις και σχεδόν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές και καλλιτέχνες παρουσιάζουν τον Νηρέα ως γέροντα μειλίχιο αγαθό και αξιαγάπητο. Σύζυγός του ήταν η Ωκεανίδα Δωρίς με την οποία απέκτησε το πολυάριθμο γένος των Νηρηίδων τις ωραιότατες κόρες πενήντα σε αριθμό ή εκατό κατά νεώτερες παραδόσεις. Ο Νηρέας είχε το χάρισμα της μαντικής, λέγεται ότι προείπε στον Πάρι όταν απήγαγε την Ελένη τον όλεθρο της πατρίδας του συνεπεία της κακής του πράξης. Όπως όλες οι θαλάσσιες θεότητες μπορούσαν να μεταμορφώνονται έτσι και ο Νηρέας μεταμορφωνόταν σε περίεργα και απίθανα σχήματα.
Ο Ηρακλής λοιπόν πήγε στον Νηρέα τον οποίο έπιασε την ώρα που κοιμόταν, τον έδεσε και δεν τον ελευθέρωνε αν δεν τον πληροφορούσε που θα έβρισκε τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων.

«…βαδίζων δ δι λλυριν, κα σπεύδων π ποταμν ριδανόν, κε πρς νύμφας Δις κα Θέμιδος. αται μηνύουσιν ατ Νηρέα. συλλαβν δ ατν κοιμώμενον κα παντοίας ναλλάσσοντα μορφςδησε, κα οκ λυσε πρν  μαθεν παρ ατο πο τυγχάνοιεν τ μλα κα α σπερίδες…»Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)
Πραγματικά εκείνος του αποκάλυψε αυτό που ήθελε και έτσι ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε και ξεκίνησε για την χώρα των Εσπερίδων. Στην συνέχεια πέρασε από την Λιβύη όπου βασίλευε ο Ανταίος, κοντά στη λίμνη Τριτωνίδα, γιος του Ποσειδώνα και της Γης. Ήταν ένα γίγαντας εξήντα πήχεις ψηλός. Είχε τεράστια δύναμη που φαινόταν να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, γιατί όσο πατούσε τη μητέρα του τη Γη έπαιρνε δυνάμεις. Ήταν όμως άγριος βασιλιάς και διψασμένος για αίμα. Μόλις κανένας ξένος ερχόταν στη χώρα του τον προκαλούσε σε πάλη και τον σκότωνε. Τα κρανία των σκοτωμένων τα μάζευε για να χτίσει με αυτά ένα ναό στον πατέρα του. Όταν ο Ηρακλής έφτασε στην πόλη του Ανταίου θέλησε να τον συναντήσει και να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Ανταίος δέχτηκε πρόθυμα να παλέψει με τον Ηρακλή γιατί ήταν σίγουρος για τη νίκη του. Ο Ηρακλής όμως  δεν ήταν εύκολο θύμα για τον Ανταίο, αλλά  και ο Ανταίος δεν μπορούσε να νικηθεί όσο πατούσε στη Γη και έπαιρνε συνεχώς καινούριες δυνάμεις. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής έπρεπε με κάθε τρόπο να διακόψει την επαφή του με τη Γη. Τον έπιασε λοιπόν στα μπράτσα του και τον  σήκωσε ψηλά στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο Ανταίος είχε χάσει τις δυνάμεις του, ο Ηρακλής τον έσφιξε ανάμεσα στα μπράτσα του και του τσάκισε τα κόκαλα. Μετά από λίγο ο γίγαντας ξεψύχησε. Ο Ηρακλής πήρε τον Ανταίο και τον έθαψε. Χρόνια μετά οι κάτοικοι της περιοχής έδειχναν το μνήμα του που είχε σχήμα ανθρώπου που κοιμάται ανάσκελα.
«…τούτ παλαίειν ναγκαζόμενος ρακλς ράμενος μμασι μετέωρον κλάσας πέκτεινε· ψαύοντα γρ γς σχυρότερον συνέβαινε γίνεσθαι, δι κα Γς τινες φασαν τοτον εναι παδα…»Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)
Ο Ηρακλής μετά την πάλη του με τον Ανταίο ήταν κουρασμένος και έπεσε να κοιμηθεί. Τότε ήρθαν οι Πυγμαίοι, ένας λαός από μικρούτσικα ανθρωπάκια που τα είχε γεννήσει η Γη και ήταν αδέλφια του Ανταίου για να εκδικηθούν το θάνατο του Ανταίου. Είχαν μαζί τους μικροσκοπικά όπλα και άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω στον Ηρακλή. Ο Ηρακλής σε λίγο ξύπνησε και μόλις τους είδε έβαλε τα γέλια. Άπλωσε τα χέρια του, τους μάζεψε όλους μέσα στη λεοντή του και τους πήγε στον Ευρυσθέα.
Μετά την Λιβύη ο Ηρακλής μπήκε στην χώρα της Αιγύπτου. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Βούσιρις που ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Λυσιάνασσας, κόρης του Έπαφου γιού της Αργείας Ιούς και του Διός. Ο Βούσιρις ήταν ένας άγριος βασιλιάς, εχθρός κάθε ξένου που έφτανε στη χώρα του. Κάθε ταξιδιώτη ή επισκέπτη που περνούσε τα σύνορα της Αιγύπτου τον έπιανε και τον οδηγούσε στην πόλη Μέμφιδα που ήταν το περίφημο ιερό του Δία. Του έλεγε ότι θα τον μυούσε στη λατρεία του ιερού και δεμένο τον έβαζε πάνω στο βωμό του θεού. Αλλά μετά ερχόταν ο ίδιος με τους ιερείς και την ακολουθία του, τον έσφαζε και τον πρόσφερε θυσία στο Θεό. Αυτή η συνήθεια, να θυσιάζει τους ξένους, δεν υπήρχε πάντα στην Αίγυπτο, αλλά καθιερώθηκε για τον εξής λόγο: Κάποτε είχε πέσει μεγάλη ανομβρία στη χώρα, τα χωράφια είχαν ερημωθεί, τα δέντρα ξεραίνονταν και στη γη δε φύτρωνε το χρυσό στάρι. Πέρασαν εννέα χρόνια μεγάλης δυστυχίας και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. Δεν είχε πια τίποτα να φάει και πέθαιναν κατά χιλιάδες. Ο Βούσιρις δεν ήξερε τι να κάνει γι’ αυτό έστειλε ανθρώπους του στην Κύπρο να πάνε να φέρουν το μάντη Φράσιο.
Αυτός τους συμβούλεψε για να σταματήσει η ανομβρία στη χώρα τους θα πρέπει κάθε χρόνο να θυσιάζουν έναν ξένο. Ο Βούσιρις υπακούοντας το Φράσιο, τον έπιασε και τον θυσίασε πρώτο και συνέχισε τις ανθρωποθυσίες κάθε χρόνο.


ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ, 

Ο Ηρακλής περνώντας από την Αίγυπτο για να πάει να φέρει τα μήλα των εσπερίδων πιάστηκε από τους στρατιώτες του Βούσιρι οι οποίοι τον οδήγησαν στη Μέμφιδα. Αμέσως του έβαλαν στεφάνι στο κεφάλι, τον έδεσαν και τον πήγαν με πομπή στο βωμό. Ο Ηρακλής συμπεριφερόταν ήσυχα και έδειχνε ότι πίστεψε αυτά που του είπε ο Βούσιρις. Όταν όμως άρχισε η τελετή της θυσίας έσπασε με μια κίνηση τα δεσμά του και όρμησε στον Βούσιρι τον οποίο και σκότωσε όπως και τον γιό του Αμφιδάμαντα καθώς και όλη την ακολουθία του φριχτού βασιλιά.

 «…Μετ δ τν νταίου θάνατον παρελθν ες Αγυπτον νελε Βούσιριν τν βασιλέα ξενοκτονοντα τος παρεπιδημοντας. διεξιν δτν νυδρον τς Λιβύης, κα περιτυχν χώρκαταῤῥύτ κα καρποφόρ, πόλιν κτισε θαυμαστν τ μεγέθει, τν νομαζομένηνκατόμπυλον,  θετο τν προσηγορίαν π τοπλήθους τν κατ´ ατν πυλν. διαμεμένηκε δ ταύτης τς πόλεως εδαιμονία μέχρι τν νεωτέρων καιρν, ν ος Καρχηδόνιοι δυνάμεσιν ξιολόγοις κα στρατηγος γαθος στρατεύσαντες π´ ατν κύριοι κατέστησαν…» ( Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 4, παραγρ. 18)  Εδώ μας λέει ο Διόδωρος ότι ο Ηρακλής είναι αυτός που επέτυχε να καταστήσει την περιοχή γόνιμη, γλυτώνοντάς την από την ανυδρία, προφανώς και ευλόγως,  από τα έργα που επέτυχε και εδώ, για ακόμη μια φορά, να επιτελέσει. Μάλιστα έκτισε και την πόλη Εκατόμπυλο, ονομασία που πήρε από τις πολλές πύλες που είχε η πόλη, η οποία ήταν ονομαστή για την ευδαιμονία της, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Διόδωρος, ( και χάριν των έργων του Ηρακλέους, συμπληρώνω εγώ) έως των χρόνων του Διοδώρου, όπου μας πληροφορεί πως την κατέλαβαν οι Καρχιδόνιοι.

Μέσω της Ασίας συνεχίζει την πορεία του ο Ηρακλής και φθάνει στις Θερμυδρές λιμάνι της Ρόδου όπου επειδή πεινούσε έσφαξε ένα βόδι από την άμαξα ενός βοσκού. Εκείνος μη μπορώντας να κάνει κάτι έφυγε, ανέβηκε στο βουνό και άρχισε τις κατάρες προς τον Ηρακλή. Από το γεγονός αυτό έμεινε συνήθεια στους Ροδίους όταν θυσίαζαν στον Ηρακλή να καταριούνται. «…κα βοηλάτου τινς λύσας τν τερον τν ταύρων π τςμάξης εωχετο θύσας.  δ βοηλάτης βοηθεν αυτ μ δυνάμενος στς πί τινος ρους κατηρτο. δι κα νν, πειδν θύωσιν ρακλε, μετ καταρν τοτο πράττουσι…» ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄παραγρ. 11)

Μετά πέρασε  στην Αιθιοπία όπου συνάντησε τον Ημαθίωνα. Ο Ημαθίωνας ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας γιός του Τιθωνού και της Θεάς Ηούς και γιός ήταν ο Αέροπος. Η πόλη που βασίλευε ήταν η Βοιωτική Λύγκη που λεγόταν παλαιότερα Πιερία. Τα ονόματα Αέροπος και Ημαθίων εμφανίζονται στον κατάλογο των αρχαίων βασιλιάδων της Μακεδονίας, η οποία παλαιότερα ονομαζόταν «Ημαθία» από τον Ημαθίωνα αυτόν. Όμως ο Ημαθίωνας δεν άφηνε τον Ηρακλή  να μπει στη χώρα του και ήταν φανερό ότι ήθελε να συγκρουστεί μαζί του. Στον αγώνα αυτό ο Ημαθίωνας σκοτώθηκε και ο Ηρακλής όρισε βασιλιά της Αιθιοπίας τον αδελφό αυτού, τον Μέμνονα. «…μετ δ τατα ν τν Νελον πλεύσαντα ες τν Αθιοπίαν τν βασιλεύοντα τν Αθιόπων μαθίωνα κατάρχοντα μάχης ποκτεναι, τ δ´ στατον πανελθεν πάλιν π τνθλον…» (Διόδωρος,4,27)

Μέσω της Λιβύης στην συνέχεια πέρασε στην «έξω θάλασσα» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Απολλόδωρος και εκεί πήρε για ακόμη μια φορά το Χρυσό Δέπας του Ήλιου όπου τον οδήγησε στην απέναντι ήπειρο απ’ όπου ανέβηκε στον Καύκασο. Στον Καύκασο βρήκε αλυσοδεμένο τον Προμηθέα. Τον είχε τιμωρήσει ο Δίας γιατί τον είχε εξαπατήσει σε μια θυσία αλλά και γιατί είχε κλέψει τη φωτιά από τον Όλυμπο και την είχε δώσει στους ανθρώπους. Τις αλυσίδες του τις είχε φτιάξει ο Ήφαιστος και πάνω στο βράχο κάθε μέρα πήγαινε ο Αετός που ήταν απόγονος του Τυφώνα και της Έχιδνας  και του έτρωγε το συκώτι. Όταν είδε ο Προμηθέας τον Ηρακλή, του ζήτησε να τον ελευθερώσει. Πράγματι ο Ηρακλής παρακάλεσε το Δία να του επιτρέψει να τον ελευθερώσει. Ο Δίας δέχτηκε με έναν όρο, να φοράει ο Προμηθέας σε όλη την υπόλοιπη ζωή του ως σημάδι αιχμαλωσίας του ένα δαχτυλίδι φτιαγμένο από την αλυσίδα του και στολισμένο με πέτρες του Καυκάσου. Ήταν το πρώτο δαχτυλίδι με πέτρα στον κόσμο. Έτσι ο Ηρακλής τόξευσε τον Αετό και τον σκότωσε και απελευθέρωσε τον Προμηθέα ο οποίος τον συμβούλεψε να μην πάει ο ίδιος να πάρει τα μήλα αλλά να στείλει τον Άτλαντα. «…κα περαιωθες π τν πειρον τν ντικρ κατετόξευσεν π το Καυκάσου τν σθίοντα τ τοΠρομηθέως παρ ετόν, ντα χίδνης κα Τυφνος· κα τν Προμηθέα λυσε…» ( Απολλόδωρος, Β΄ 5,11)


Πράγματι όταν έφθασε στην Υπερβορεία ο Ηρακλής ζήτησε από τον Άτλαντα να πάει να του φέρει τα μήλα. Εκείνος βλέποντας πως ήταν η χρυσή ευκαιρία να ξεφορτωθεί το τεράστιο αυτό φορτίο δέχτηκε δίνοντας την θέση του στον Ηρακλή.

«…ἐν δ ατας στι μν ορανν κα γν τλας νέχων, παρέστηκε δ κα ρακλς κδέξασθαι τ χθοςθέλων το τλαντος…» ( Παυσανίου Ηλειακά, κεφ.11, παραγρ.4)

 Όταν όμως ήρθε με τα  μήλα στα χέρια,  είπε στον Ηρακλή πως θα πάει να τα παραδώσει ο ίδιος στον Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής δέχτηκε να γίνει έτσι με μια προϋπόθεση. Να έπαιρνε για λίγο πάλι στους ώμους του τον Ουράνιο Θόλο μέχρι να έφτιαχνε ένα στεφάνι από κλαδιά ελιάς για το κεφάλι του.

Εδώ αξίζει να κάνουμε  μια παρένθεση να αναφέρουμε σχετικά με το στεφάνι αυτό, το οποίο φαίνεται να είναι ο μετέπειτα κότινος των Ολυμπιακών αγώνων. Διαβάζουμε στον περιηγητή Παυσανία, στα Ηλειακά (κεφ. 7, παραγρ.8) ότι ο κότινος μετεφέρθει στην Ελλάδα από την χώρα των Υπερβορείων, από τον Ηρακλή σημειώνοντας ο συγγραφέας πως :  « οι Υπερβόρειοι δε, είναι  άνθρωποι κατοικούντες πέραν του μέρους από το οποίον προέρχεται ο βόρειος άνεμος...»  
Αφού λοιπόν ο Ηρακλής βρέθηκε κατά την εκτέλεση του ένατου άθλου του εδώ, και όπως λέγεται έφτιαξε το στεφάνι, προφανώς η αναφορά του Παυσανίου είναι για ετούτη την περίπτωση.
«… κομισθναι δ κ τς περβορέων γς τν κότινόν φασιν π το ρακλέους ς λληνας, εναι δ νθρώπους ο πρ τν νεμον οκοσι τν Βορέαν…»

Όμως  λίγο πιο πάνω στο ίδιο κεφάλαιο των Ηλειακών (κεφ.7,παραγρ.6-7) , ο περιηγητής μας διηγείτε πως : πρώτος καθιέρωσε τους αγώνες στην Ολυμπία ο Ηρακλής από τους  Ιδαίους  Δακτύλους, που ήταν και  ο μεγαλύτερος ( παλαιότερος του ημιθέου διογενούς Τιρύνθιου) και είχε βάλει τους αδερφούς του, χάριν διασκεδάσεως, να αγωνισθούν και στεφάνωσε τον νικητή με το στεφάνι απ’τα κλαδιά της αγριελιάς, τον κότινο.Για το δένδρο  αυτό,την αγριελιά, ο Παυσανίας μας πληροφορεί πως βρισκόταν σε τόση αφθονία στην περιοχή, ώστε οι κάτοικοι κοιμώνταν σε στρώμα από τα χλωρά κλαριά του δένδρου:

«…ς δ τν γνα τν λυμπικν λέγουσιν λείων ο τ ρχαιότατα μνημονεύοντες Κρόνον τν ν οραν σχεν βασιλείαν πρτον κα ν λυμπί ποιηθναι Κρόν ναν π τν τότε νθρώπων, ονομάζοντο χρυσον γένος: Δις δ τεχθέντος πιτρέψαι έαν το παιδς τν φρουρν τος δαίοις Δακτύλοις, καλουμένοις δ τος ατος τούτοις κα Κούρησιν: φικέσθαι δ ατος ξ δης τς Κρητικς, [πρς] ρακλέα κα Παιωναον κα πιμήδην κα άσιόν τε κα δαν: τν δ ρακλέα παίζοντα--εναι γρ δ ατν πρεσβύτατον λικί--συμβαλεν τος δελφος ς μιλλαν δρόμου κατν νικήσαντα ξ ατν κλάδ στεφανσαι κοτίνου: παρεναι δ ατος πολν δή τι οτω τν κότινον ς τ χλωρ τι τν φύλλων πεστρσθαι σφς καθεύδοντας. …»
Δηλαδή: « Σχετικώς με τους Ολυμπιακούς αγώνες αυτοί που μελετούν την αρχαιότατη ιστορία του τόπου Ηλείοι λενε τα εξής : Την βασιλεία των ουρανών την κατέλαβε πρώτος ο Κρόνος, και οι τότε άνθρωποι, οι οποίοι λεγόντουσαν χρυσό γένος, κατασκεύασαν στην Ολυμπία Ναό προς τιμή του Κρόνου. Όταν γεννήθηκε ο Ζεύς, η Ήρα ανέθεσε την φύλαξη του βρέφους της στους Ιδαίους Δακτύλους, οι οποίοι λέγονται και Κουρήτες.  Αυτοί είχαν έρθει από το όρος της Κρήτης, Ίδη, και ήσαν πέντε : ο Ηρακλής, ο Παιωναίος, ο Επιμήδης, ο Ιάσιος και ο Ίδας. Ο Ηρακλής που ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία χάριν διασκεδάσεως έβαλε τους αδερφούς του να διαγωνιστούν στον δρόμο και στεφάνωσε τον νικητή με κλάδο κοτίνου- αγριελιάς- είχαν πολύ κότινο, τόσο μάλιστα, ώστε κοιμούνταν επί των χλωρών ακόμη φύλλων του…»

Και επανερχόμενοι στον ένατο άθλο,συνεχίζουμε:
Όντως ο Άτλας συμφώνησε και αφήνοντας καταγής τα μήλα φορτώθηκε εκ  νέου το φορτίο. Στην στιγμή ο Ηρακλής αρπάζει τα μήλα και εξαφανίζεται. Διαβάζουμε στον Παυσανία (Ηλειακά, κεφ. 18,παραγρ.4) για το γεγονός, το οποίο παριστάνεται, ανάμεσα σε πολλές ακόμη παραστάσεις, σε μια Λάρνακα στον Ναό του Διός, στην Ολυμπία, την γνωστή Λάρνακα του Κυψέλου:
«…τλας δ π μν τν μων κατ τ λεγόμενα ορανόν τε νέχει κα γν, φέρει δ κα τσπερίδων μλα. στις δέ στιν  νρ  χων τ ξίφος κα [π τν τλαντα ρχόμενος, δί μν π' ατ γεγραμμένον στν οδέν, δλα δ ς παντας ρακλέα εναι. γέγραπται δ κα π τούτοις:τλας ορανν οτος χει, τ δ μλα μεθήσει…»
Επίσης αξίζει να μείνουμε λίγο και στην αναφορά του Διοδώρου του Σικελιώτου (4,27), όπου δίνει μια άλλη διάσταση του άθλου, η οποία σχετίζεται με την γνώση και την επιστήμη, της Αστρονομίας :

 «…τος δ λστς ν κήπ τιν παιζούσας τς κόρας συναρπάσαι, κα ταχ φυγόντας ες τς ναςποπλεν. τούτοις δ´ πί τινος κτς δειπνοποιουμένοις πιστάντα τν ρακλέα, κα παρ τν παρθένων μαθόντα τ συμβεβηκός, τος μν λστς παντας ποκτεναι, τς δ κόρας ποκομίσαι πρς τλαντα τν πατέρα· νθ´ ν τν τλαντα χάριν τς εεργεσίας ποδιδόντα μ μόνον δοναι τ πρς τν θλον καθήκοντα προθύμως, λλ κα τ κατ τν στρολογίαν φθόνως διδάξαι. περιττότερον γρ ατν τ κατ τν στρολογίαν κπεπονηκότα κα τν τν στρων σφαραν φιλοτέχνως ερόντα χειν πόληψιν ς τν κόσμον λον π τν μων φοροντα. παραπλησίως δκα το ρακλέους ξενέγκαντος ες τος λληνας τν σφαιρικν λόγον, δόξης μεγάλης τυχεν, ς διαδεδεγμένον τν τλαντικν κόσμον, ανιττομένων τν νθρώπων τ γεγονός.»
Δηλαδή, ενώ ο Ηρακλής βρισκόταν σε κάποια ακτή, έτυχε να γίνει μάρτυρας της αρπαγής των Εσπερίδων, από ληστές . Τότε ο Ηρακλής σκότωσε τους ληστές και γύρισε τα κορίτσια στον πατέρα τους  Άτλαντα. Από την ευγνωμοσύνη του ο Άτλας,  όχι μόνο τα μήλα του έδωσε αλλά και γνώσεις περί της αστρονομίας  και περί της σφαιρκότητος των πλανητών. Για τις γνώσεις του αυτές ο Άτλας, τις σχετικές με την αστρονομία, ελέγετο από τον κόσμο, αλληγορικά,  ότι είχε στην πλάτη του ολόκληρο το σύμπαν.

Έτσι παρουσίασε ο ήρωας, τα Μήλα στον Ευρυσθέα, ο οποίος στην συνέχεια τα χάρισε σ’ αυτόν. Ο Ηρακλής με την σειρά του τα έδωσε στην Θεά Αθηνά η οποία τα επέστρεψε στην αρχική τους θέση, επειδή όπως λέγεται, δεν ήταν θέλημα Θεού να βρίσκονται οπουδήποτε αλλού παρά μονάχα σ’ εκείνο το δένδρο όπου εξ’ αρχής είχαν τοποθετηθεί.                                                                                                                                                                                             *****Ε*****

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου